οδηγός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | οδηγός | οδηγοί |
| γενική | οδηγού | οδηγών |
| αιτιατική | οδηγό | οδηγούς |
| κλητική | οδηγέ | οδηγοί |
[
]
Ετυμολογία
- οδηγός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
οδηγός αρσενικό ή θηλυκό
- αυτός/αυτή που προπορεύεται σε μια πορεία δείχνοντας στους άλλους το δρόμο
- (μεταφορικά) αυτός ή αυτό που καθοδηγεί σε μια πορεία
- οδηγός μας είναι το συμφέρον του έθνους
- (μεταφορικά) αυτός ή αυτό που καθοδηγεί σε μια πορεία
- αυτός/αυτή που οδηγεί ένα όχημα
- ασυνείδητος οδηγός, αφού παρέσυρε και τραυμάτισε πεζό, εγκατέλειψε αβοήθητο το θύμα
- μέλος του κινήματος του οδηγισμού
- κείμενο, βιβλίο, εγχειρίδιο κλπ που περιέχει αναλυτικές πληροφορίες, συμβουλές, υποδείξεις, οδηγίες σχετικά με ένα θέμα
- χρυσός οδηγός, ταξιδιωτικός οδηγός, οδηγός σύνταξης ιστοσελίδων
- (πληροφορική) συσκευή που αναλαμβάνει την εγγραφή και ανάγνωση από αποθηκευτικό μέσο
- οδηγός δισκέτας, οδηγός οπτικού δίσκου
- εξάρτημα ή τμήμα μηχανισμού που κατευθύνει την κίνηση των κινούμενων μερών του
- ο οδηγός του φερμουάρ, ο οδηγός του συρταριού