λουλούδι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λουλούδι | λουλούδια |
| γενική | λουλουδιού | λουλουδιών |
| αιτιατική | λουλούδι | λουλούδια |
| κλητική | λουλούδι | λουλούδια |
[
]
Ετυμολογία
- λουλούδι < μεσαιωνική ελληνική λουλούδι < 1. αλβανική l'ul'e 2. λατινική lil(ium) (κρίνο) + -ούδι (i > u από επίδραση του l)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
λουλούδι ουδέτερο, πληθυντικός λουλούδια
- το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση, το άνθος
- η τριανταφυλλιά έβγαλε τα πρώτα της λουλούδια
- ανθοφόρο φυτό
- φυτεύω λουλούδια
- για άνθρωπο:
- α. (μεταφορικά) αθώος, απονήρευτος
- β. (ειρωνικά) πονηρός, ανήθικος
[
]
Συνώνυμα
[
]
- λουλουδάδικο
- λουλουδάς
- λουλουδάτος
- λουλουδένιος
- λουλουδιάζω
- λουλούδιασμα
- λουλουδίζω
- λουλουδικό
- λουλούδισμα
- λούλουδο
- λουλουδού
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
λουλούδι
|
|