λουλούδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λουλούδι < μεσαιωνική ελληνική λουλούδι < 1. αλβανική lule < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *lā, *lē
< 2. λατινική lilium (κρίνο) + -ούδι (i > u από επίδραση του l)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουλούδι λουλούδια
γενική λουλουδιού λουλουδιών
αιτιατική λουλούδι λουλούδια
κλητική λουλούδι λουλούδια

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /lu.ˈlu.ði/
διάφορα λουλούδια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λουλούδι ουδέτερο

  1. το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση, το άνθος
    η τριανταφυλλιά έβγαλε τα πρώτα της λουλούδια
  2. ανθοφόρο φυτό
    φυτεύω λουλούδια
  3. για άνθρωπο:
    1. (μεταφορικά) αθώος, απονήρευτος
    2. (ειρωνικά) πονηρός, ανήθικος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]