θαύμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θαύμα θαύματα
γενική θαύματος θαυμάτων
αιτιατική θαύμα θαύματα
κλητική θαύμα θαύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θαύμα αρχαία ελληνική < θαῦμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θαύμα και θάμα ουδέτερο

  1. ένα παράξενο και απρόσμενο γεγονός στο οποίο αποδίδεται μια θετική θεϊκή επέμβαση
  2. (μεταφορικά) κάτι που ξαφνιάζει και προκαλεί χαρά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]