θαυμάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- θαυμάζω < αρχαία ελληνική θαυμάζω
[
]
Ρήμα
θαυμάζω
- εντυπωσιάζομαι με κάτι ή κάποιον, μένω έκθαμβος
[
]
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
θαυμάζω
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
θαυμάζω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
θαυμάζω
- μένω έκθαμβος
- (με αιτιατική) (για καλό) τιμώ, σέβομαι
- (με αιτιατική) (για κακό) εκπλήσσομαι, απορώ