παππούς
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παππούς | παππούδες |
| Γενική | παππού | παππούδων |
| Αιτιατική | παππού | παππούδες |
| Κλητική | παππού | παππούδες |
Ετυμολογία
- παππούς < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
παππούς και παπούς
- ο πατέρας του πατέρα
- ο πατέρας της μητέρας
- (χαϊδευτικό) αυτός που είναι κάποιας προχωρημένης ηλικίας, ο γέρος
- (ειρωνικό) αυτός που έχει φερσίματα γέρου
παππούδες
- οι πρόγονοι