παππούς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παππούς παππούδες
γενική παππού παππούδων
αιτιατική παππού παππούδες
κλητική παππού παππούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παππούς < μεσαιωνική ελληνική παππούς και πάππους < παππούας < παππίας < υποκοριστικό του πάππας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παππούς και παπούς

  1. ο πατέρας του πατέρα
  2. ο πατέρας της μητέρας
  3. (οικείο) αυτός που είναι κάποιας προχωρημένης ηλικίας, ο γέρος
  4. (ειρωνικά) αυτός που έχει φερσίματα γέρου

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]