grand-père
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| grand-père | grands-pères |
grand-père (fr) αρσενικό
- ο παππούς
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| grand-père | grands-pères |
grand-père (fr) αρσενικό