Platz
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ουσιαστικό
Platz (de) αρσενικό
- η θέση
- der Platz ist nicht frei - η θέση δεν είναι ελεύθερη
Platz (de) αρσενικό