μοχλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

μοχλός α' είδους
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μοχλός μοχλοί
γενική μοχλού μοχλών
αιτιατική μοχλό μοχλούς
κλητική μοχλέ μοχλοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μοχλός < αρχαία ελληνική μοχλός

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /mɔ.ˈxlɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μοχλός αρσενικό

  1. (φυσική) άκαμπτο αντικείμενο που σε συνδυασμό με ένα υπομόχλιο μπορεί να πολλαπλασιάσει τη μηχανική δύναμη που ασκείται σε ένα άλλο αντικείμενο
  2. εξάρτημα ενός μηχανισμού που το χρησιμοποιεί ο χειριστής για να επιτελέσει κάποιες λειτουργίες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λεβιές

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες