μοχλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

μοχλός α' είδους
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μοχλός μοχλοί
γενική μοχλού μοχλών
αιτιατική μοχλό μοχλούς
κλητική μοχλέ μοχλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μοχλός < αρχαία ελληνική μοχλός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mɔ.ˈxlɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μοχλός αρσενικό

  1. (φυσική) άκαμπτο αντικείμενο που σε συνδυασμό με ένα υπομόχλιο μπορεί να πολλαπλασιάσει τη μηχανική δύναμη που ασκείται σε ένα άλλο αντικείμενο
  2. εξάρτημα ενός μηχανισμού που το χρησιμοποιεί ο χειριστής για να επιτελέσει κάποιες λειτουργίες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λεβιές

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []


32πχ Μεταφράσεις[]