προκαλώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- προκαλώ < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
- ΔΦΑ : /pɾɔ.ka.ˈlɔ/
Ρήμα
προκαλώ
- γίνομαι η αιτία ενός γεγονότος, ασθένειας, συναισθήματος, δημιουργώ κάτι, προξενώ κάτι
- το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο
- το γεγονός αυτό προκαλεί ανησυχία
- καλώ κάποιον σε αντιπαράθεση
- σε προκαλώ να απαντήσεις!
- έχω προκλητική στάση
- είμαι επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό να δημιουργήσω διαμάχη
- οι οπαδοί της μιας ομάδας προκαλούσαν τους άλλους με βρισιές και χειρονομίες
- δημιουργώ αρνητικές εντυπώσεις
- αυτή η επίδειξη πλούτου προκαλεί το κοινό αίσθημα
- προσπαθώ να ερεθίσω σεξουαλικά
- ντύνεται έτσι γιατί της αρέσει να προκαλεί
- είμαι επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό να δημιουργήσω διαμάχη
Συγγενικές λέξεις