challenge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

challenge  (en)

  1. η πρόκληση (σε ανταγωνισμό ή να αποδείξεις κάτι)
  2. η πρόκληση, κάτι δύσκολο που θέλουμε να πετύχουμε
    learning a language at this age was a challenge to him

Open book 01.svg Ρήμα []

challenge  (en)

  • προκαλώ (σε ανταγωνισμό, μονομαχία κλπ)



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
challenge challenges

challenge  (fr) αρσενικό

  1. η πρόκληση (σε ανταγωνισμό ή να αποδείξεις κάτι)
  2. η πρόκληση, κάτι δύσκολο που θέλουμε να πετύχουμε