challenge
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
challenge (en)
- η πρόκληση (σε ανταγωνισμό ή να αποδείξεις κάτι)
- η πρόκληση, κάτι δύσκολο που θέλουμε να πετύχουμε
- learning a language at this age was a challenge to him
Ρήμα
challenge (en)
- προκαλώ (σε ανταγωνισμό, μονομαχία κλπ)