challenge
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
challenge (en)
- η πρόκληση (σε ανταγωνισμό ή να αποδείξεις κάτι)
- η πρόκληση, κάτι δύσκολο που θέλουμε να πετύχουμε
- learning a language at this age was a challenge to him
Ρήμα [
]
challenge (en)
- προκαλώ (σε ανταγωνισμό, μονομαχία κλπ)
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| challenge | challenges |
challenge (fr) αρσενικό