αισθάνομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
αισθάνομαι < αρχαία ελληνική αἰσθάνομαι
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
αισθάνομαι
- αντιλαμβάνομαι κάτι με τις αισθήσεις, κυρίως με την αίσθηση της αφής ή της όσφρησης
- αισθάνθηκε ένα ελαφρό αεράκι να τον δροσίζει
- αντιλαμβάνομαι κάτι με το μυαλό μου, καταλαβαίνω
- προαισθάνομαι
- νιώθω ένα συναίσθημα
- αισθάνθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του ελεύθερος
- (αμετάβατο) αντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υγείας μου
- Πώς αισθάνεσαι τώρα; -Πολύ καλύτερα, ευχαριστώ.
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
- αναίσθητος, αναισθησία, αναισθητικό
- διαισθάνομαι, διαίσθηση
- προαισθάνομαι, προαίσθημα
- συναισθάνομαι, συναίσθημα, συναισθηματικός
[
]
Μεταφράσεις
αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου