αισθητήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αισθητήριο αισθητήρια
γενική αισθητήριου και
αισθητηρίου
αισθητήριων και
αισθητηρίων
αιτιατική αισθητήριο αισθητήρια
κλητική αισθητήριο αισθητήρια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αισθητήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αισθητήριος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αισθητήριο ουδέτερο

  1. το όργανο μιας από τις αισθήσεις
    το μάτι είναι το αισθητήριο της όρασης
  2. η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κάποιος και να αξιοποιεί κάποια εξωτερικά ερεθίσματα
    το πολιτικό αισθητήριο, το μουσικό αισθητήριο
  3. (τεχνολογία) αισθητήρας

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες