κλονισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κλονισμός | κλονισμοί |
| γενική | κλονισμού | κλονισμών |
| αιτιατική | κλονισμό | κλονισμούς |
| κλητική | κλονισμέ | κλονισμοί |
[
]
Ετυμολογία
- κλονισμός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κλονισμός αρσενικό
[
]
Μεταφράσεις
κλονισμός