προσβολή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προσβολή προσβολές
γενική προσβολής προσβολών
αιτιατική προσβολή προσβολές
κλητική προσβολή προσβολές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσβολή < αρχαία ελληνική προσβολή < προσβάλλω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.svɔ.ˈli/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προσβολή θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσβάλλω· η φυσική, λεκτική ή ηθική επίθεση ή βιαιοπραγία ή κτύπημα που έχει σα σκοπό να καταστρέψει, συνήθως:
    • κάποιον στρατιωτικό στόχο
      η προσβολή των εχθρικών θέσεων με πυρά πυροβολικού άρχισε στις 6 το πρωί
    • την υγεία
      η πληγή που έμεινε ανοιχτή είχε σαν αποτέλεσμα την προσβολή της υγείας του ατόμου από διάφορα βακτηρίδια
    • της ηθική και την αξιοπρέπεια
      δεν έχει ξεπεράσει ακόμα την προσβολή που του έγινε από τον γείτονα επάνω στο γλέντι
  2. (νομικός όρος) αμφισβήτηση της εγκυρότητας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]