δίνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- δίνω < αρχαία ελληνική δίδωμι
[
]
Ρήμα
δίνω
- μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον (με ή χωρίς αντάλλαγμα, μόνιμα ή προσωρινά)
- μεταβιβάζω ένα αντικείμενο που κρατώ σε κάποιον άλλον για να το κρατά αυτός
- δώσε μου τη μια βαλίτσα να σε βοηθήσω
- προσφέρω
- ένα κοριτσάκι έδωσε στην καλεσμένη μια ανθοδέσμη
- παραχωρώ
- δίνω τη θέση μου στο λεωφορείο σε έναν ηλικιωμένο
- (για χειρονομίες) κάνω την ενέργεια που δηλώνει το ουσιαστικό που ακολουθεί
- δίνω ένα φιλί (φιλώ)
- (για χτυπήματα) χτυπώ κάποιον με, καταφέρω
- δίνω γροθιά, μπουνιά, κλοτσιά, σφαλιάρα κλπ
[
] Εκφράσεις
- μου τη δίνει: με εκνευρίζει → βλέπε έκφραση: μου τη δίνει
- δίνω ένα μάθημα σε κάποιον: τιμωρώ παραδειγματικά κάποιον
- δίνω μάθημα: εξετάζομαι σε κάποιο μάθημα
- δίνω εξετάσεις: εξετάζομαι
- δίνω ένα χεράκι: βοηθώ κάποιον να τελειώσει μια εργασία
- δίνω ένα χέρι ξύλο: δέρνω
- δίνω υπόσχεση: υπόσχομαι
- δίνω το λόγο (της τιμής) μου: δεσμεύομαι ηθικά ότι θα κάνω αυτό που υποσχέθηκα
- τα δίνω όλα: προσφέρω τα πάντα, όλες μου τις δυνάμεις
- δίνω το παρών: προσφέρομαι σε μια κοινή προσπάθεια