δίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δίνω < αρχαία ελληνική δίδωμι

[] Open book 01.svg Ρήμα

δίνω

  1. μεταβιβάζω την κυριότητα ή τη χρήση ενός πράγματος σε κάποιον άλλον (με ή χωρίς αντάλλαγμα, μόνιμα ή προσωρινά)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παραχωρώ, μεταβιβάζω, πουλώ, χαρίζω, δανείζω
    δώσε μου λίγο το μολύβι σου
    δώστε μια ελεημοσύνη
    θα δώσω το αυτοκίνητό μου στο γιο μου και θα αγοράσω καινούριο
  2. μεταβιβάζω ένα αντικείμενο που κρατώ σε κάποιον άλλον για να το κρατά αυτός
    δώσε μου τη μια βαλίτσα να σε βοηθήσω
  3. προσφέρω
    ένα κοριτσάκι έδωσε στην καλεσμένη μια ανθοδέσμη
  4. παραχωρώ
    δίνω τη θέση μου στο λεωφορείο σε έναν ηλικιωμένο
  5. (για χειρονομίες) κάνω την ενέργεια που δηλώνει το ουσιαστικό που ακολουθεί
    δίνω ένα φιλί (φιλώ)
    • (για χτυπήματα) χτυπώ κάποιον με, καταφέρω
      δίνω γροθιά, μπουνιά, κλοτσιά, σφαλιάρα κλπ

[] Εκφράσεις

  • μου τη δίνει: με εκνευρίζειβλέπε έκφραση: μου τη δίνει
  • δίνω ένα μάθημα σε κάποιον: τιμωρώ παραδειγματικά κάποιον
  • δίνω μάθημα: εξετάζομαι σε κάποιο μάθημα
  • δίνω εξετάσεις: εξετάζομαι
  • δίνω ένα χεράκι: βοηθώ κάποιον να τελειώσει μια εργασία
  • δίνω ένα χέρι ξύλο: δέρνω
  • δίνω υπόσχεση: υπόσχομαι
  • δίνω το λόγο (της τιμής) μου: δεσμεύομαι ηθικά ότι θα κάνω αυτό που υποσχέθηκα
  • τα δίνω όλα: προσφέρω τα πάντα, όλες μου τις δυνάμεις
  • δίνω το παρών: προσφέρομαι σε μια κοινή προσπάθεια

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες