ελεύθερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ελεύθερος ελεύθερη ελεύθερο
γενική ελεύθερου ελεύθερης ελεύθερου
αιτιατική ελεύθερο ελεύθερη ελεύθερο
κλητική ελεύθερε ελεύθερη ελεύθερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελεύθεροι ελεύθερες ελεύθερα
γενική ελεύθερων ελεύθερων ελεύθερων
αιτιατική ελεύθερους ελεύθερες ελεύθερα
κλητική ελεύθεροι ελεύθερες ελεύθερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ελεύθερος < αρχαία ελληνική ἐλεύθερος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛˈle.fθɛ.ɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

ελεύθερος -η -ο, ή λεύτερος

ελεύθερος άνθρωπος, ελεύθερη βούληση
  • (χώρα ή λαός) που δεν βρίσκεται υπό ξένη κατοχή ή τυραννικό καθεστώς
εμπρός για μια ελεύθερη πατρίδα
ελεύθερη θέση, ελεύθερος χρόνος
λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων ο κρατούμενος αφέθηκε ελεύθερος
  • (για δρόμους, διόδους κ.λπ) που δεν έχει εμπόδια, ανοιχτός
  • (για το σώμα ή τα μέλη) χαλαρός, όχι σφιγμένος
  • ανύπαντρος
  • (αθλητισμός) που δεν ακολουθείται σε μικρή απόσταση από αντίπαλο παίκτη

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ελεύθερος αρσενικό

32πχ Μεταφράσεις[]