ελευθέριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Ελευθέριος, Ἐλευθέριος, ἐλευθέριος, ελεύθερος, ἐλεύθερος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ελευθέριος ελευθέρια ελευθέριο
γενική ελευθέριου ελευθέριας ελευθέριου
αιτιατική ελευθέριο ελευθέρια ελευθέριο
κλητική ελευθέριε ελευθέρια ελευθέριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελευθέριοι ελευθέριες ελευθέρια
γενική ελευθέριων ελευθέριων ελευθέριων
αιτιατική ελευθέριους ελευθέριες ελευθέρια
κλητική ελευθέριοι ελευθέριες ελευθέρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελευθέριος < αρχαία ελληνική ἐλευθέριος < ἐλεύθερος [1.σημασιολογικό δάνειο από γαλλική libertin. 2.σημασιολογικό δάνειο από γαλλική liberale (profession)]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ελευθέριος

  1. (σπάνιο) που είναι αντίθετος στους ηθικούς κανόνες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ακόλαστος, διεφθαρμένος, έκδοτος, έκλυτος
  2. (για επάγγελμα) που δεν έχει προκαθορισμένο ωράριο ή μισθό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]