διεφθαρμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- διεφθαρμένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος διαφθείρω.
[
]
Μετοχή
διεφθαρμένος αρσενικό, διεφθαρμένη θηλυκό, διεφθαρμένο ουδέτερο