los
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Μόριο
los (de) Χρησιμοποιείται σε εκφράσεις που σημαίνουν ένα ξεκίνημα.
[
] Εκφράσεις
- ein, zwei, drei, los! - ένα, δύο, τρία, μαρς
- es geht los - άντε, φύγαμε!
- was ist los? - τι συμβαίνει;