καθεστώς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθεστώς καθεστώτα
γενική καθεστώτος καθεστώτων
αιτιατική καθεστώς καθεστώτα
κλητική καθεστώς καθεστώτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καθεστώς < αρχαία ελληνική καθεστώς , ουδέτερο της ενεργητικής μετοχής του παρακειμένου του καθίστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καθεστώς ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Μετοχή[]

καθεστώς - καθεστῶσα - καθεστώς