στάση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στάση στάσεις
γενική στάσης στάσεων
στάσεως
αιτιατική στάση στάσεις
κλητική στάση στάσεις

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

στάση < αρχαία ελληνική στάσις

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈsta.si/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

στάση θηλυκό

  1. το σταμάτημα
    Περίμενε! Κάνε μια στάση!
  2. το μέρος όπου σταματά ένα μέσο μαζικής μεταφοράς
    Κατεβαίνω στην επόμενη στάση.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα:σταθμός
  3. το κάθε μέρος ενός φιλμ όπου αποτυπώνεται το φως των φωτογραφιών
    Έχω ένα παλιό φιλμ 24 στάσεων.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα:καρέ
  4. ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα
    όλοι περιμένουν να δουν ποια στάση θα κρατήσουν τα πολιτικά κόμματα απέναντι σ' αυτό το ζήτημα
    δεν μου αρέσει αυτή η παθητική στάση αναμονής
  5. εξέγερση απέναντι σε μια νόμιμη εξουσία, ανταρσία
    η στάση του Νίκα
  6. ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κάθεται ή στέκεται ή γενικά κρατά το σώμα του
    πρόσεχε τη στάση σου όταν κάθεσαι τόσες ώρες, ειδάλλως θα καμπουριάσεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες