στάση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στάση | στάσεις |
| γενική | στάσης | στάσεων |
| στάσεως | ||
| αιτιατική | στάση | στάσεις |
| κλητική | στάση | στάσεις |
Ετυμολογία
- στάση < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
στάση θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)