στάση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στάση | στάσεις |
| γενική | στάσης & στάσεως |
στάσεων |
| αιτιατική | στάση | στάσεις |
| κλητική | στάση | στάσεις |
Ετυμολογία [
]
- στάση < αρχαία ελληνική στάσις
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
στάση θηλυκό
- το σταμάτημα
- Περίμενε! Κάνε μια στάση!
- το μέρος όπου σταματά ένα μέσο μαζικής μεταφοράς
- το κάθε μέρος ενός φιλμ όπου αποτυπώνεται το φως των φωτογραφιών
- ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει κάποιος ένα ζήτημα
- όλοι περιμένουν να δουν ποια στάση θα κρατήσουν τα πολιτικά κόμματα απέναντι σ' αυτό το ζήτημα
- δεν μου αρέσει αυτή η παθητική στάση αναμονής
- εξέγερση απέναντι σε μια νόμιμη εξουσία, ανταρσία
- η στάση του Νίκα
- ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κάθεται ή στέκεται ή γενικά κρατά το σώμα του
- πρόσεχε τη στάση σου όταν κάθεσαι τόσες ώρες, ειδάλλως θα καμπουριάσεις