stop

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

stop  (en)

  • στάση (διακοπή της κίνησης)
  • στάση (για μέσα μεταφοράς προκειμένου να επιβιβαστούν επιβάτες)
  • στοπ, μηχανισμός που μπλοκάρει την κίνηση

[] Open book 01.svg Ρήμα

stop  (en)


[] Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

  1. stop  (pl) < stapiać
  2. stop  (pl) < (αγγλική) stop

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

stop  (pl) αρσενικό

  1. (χημεία), (κοινά) το κράμα
  2. το στοπ

[] Open book 01.svg Επιφώνημα

stop  (pl)

  1. στοπ
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες