stop
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
stop (en)
- στάση (διακοπή της κίνησης)
- στάση (για μέσα μεταφοράς προκειμένου να επιβιβαστούν επιβάτες)
- στοπ, μηχανισμός που μπλοκάρει την κίνηση
[
]
Ρήμα
stop (en)
[
]
Πολωνικά (pl)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
stop (pl) αρσενικό
[
]
Επιφώνημα
stop (pl)