κράμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κράμα | κράματα |
| γενική | κράματος | κραμάτων |
| αιτιατική | κράμα | κράματα |
| κλητική | κράμα | κράματα |
[
]
Ετυμολογία
- κράμα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κράμα ουδέτερο