στοπ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- στοπ < αγγλική stop
[
]
Ουσιαστικό
στοπ ουδέτερο άκλιτο
- αντικείμενο ή μηχανισμός που χρησιμοποιείται ως αναστολέας διαδρομής, για να ακινητοποιεί κάτι σε μια συγκεκριμένη θέση
- το στοπ της πόρτας
- σήμα του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ), που σημαίνει πως ο οδηγός πρέπει να σταματήσει και να ελέγξει τη διάβαση πριν περάσει
- παραβίασα το στοπ
- δεν ανάβουνε τα στοπ
- στα σήματα μορς και στα τηλεγραφήματα, δηλώνει το τέλος πρότασης
- "Χάσαμε τη θεία, στοπ" (τίτλος θεατρικού έργου του Γ. Διαλεγμένου)
[
]
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Επιφώνημα
στοπ!
- εντολή προς κάποιον, να σταματήσει αμέσως