φιλμ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- φιλμ < αγγλική film
Ουσιαστικό [
]
φιλμ ουδέτερο άκλιτο
- λεπτό και εύκαμπτο πλαστικό ειδικά επεξεργασμένο για να αποτυπώνει εικόνες για φωτογράφηση ή κινηματογράφηση
- κινηματογραφική ταινία