φιλελεύθερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλελεύθερος < μτγν φιλελεύθερος < φίλος + ελευθερία ή απόδοση του βρετ. liberal

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φιλελεύθερος

  1. που αγαπά την ελευθερία, αποστρέφεται τις απαρχαιωμένες ή παρωχημένες αντιλήψεις που λειτουργούν δεσμευτικά στην δημόσια και ιδιωτική ζωή
  2. ο οπαδός των συντηρητικών ή κεντροδεξιών κομμάτων που εμπνέονται από τις αρχές του οικονομικού φιλελευθερισμού


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]