πολιτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολιτικός πολιτικοί
γενική πολιτικού πολιτικών
αιτιατική πολιτικό πολιτικούς
κλητική πολιτικέ πολιτικοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολιτικός < αρχαία ελληνική πολιτικός < πόλις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔ.li.ti.ˈkɔs/ αρσενικό και θηλυκό ως ουσιαστικό
ΔΦΑ : /pɔ.li.ti.ˈki/ θηλυκό ως επίθετο
ΔΦΑ : /pɔ.li.ti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολιτικός αρσενικό ή θηλυκό

  • που ασχολείται επαγγελματικά με την πολιτική

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική πολιτικός πολιτική πολιτικό
γενική πολιτικού πολιτικής πολιτικού
αιτιατική πολιτικό πολιτική πολιτικό
κλητική πολιτικέ πολιτική πολιτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολιτικοί πολιτικές πολιτικά
γενική πολιτικών πολιτικών πολιτικών
αιτιατική πολιτικούς πολιτικές πολιτικά
κλητική πολιτικοί πολιτικές πολιτικά

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολιτικός , -ή , -ό

  1. που αφορά την πολιτική
    η πολιτική σκηνή, τα πολιτικά πράγματα, πολιτικός διάλογος
  2. που χαρακτηρίζει τους πολίτες και όχι τους στρατιωτικούς
    εμφανίστηκε με πολιτικά ρούχα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]