πολίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Πολίτης

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολίτης πολίτες
γενική πολίτη πολιτών
αιτιατική πολίτη πολίτες
κλητική πολίτη πολίτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πολίτης < αρχαία ελληνική πολίτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɔ.ˈli.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πολίτης αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό: πολίτισσα· λόγιο θηλυκό: πολίτις)

  1. αυτός που έχει την υπηκοότητα μιας χώρας, που έχει πολιτικά δικαιώματα
  2. αυτός που δεν είναι στρατιωτικός και ως άοπλος θεωρείται άμαχος ή συχνά και εκείνος που δεν είναι κληρικός
  3. η λέξη στην καθημερινή γλώσσα χρησιμοποιείται ως ιδιότητα σε αντιδιαστολή προς του «άρχοντα» ή εκείνου που διαθέτει κάποια μορφή εξουσίας
    είναι απλός πολίτης (φράση που υποδηλώνει ότι όποιος έχει εξουσία έχει στην πράξη περισσότερα δικαιώματα και είναι ανώτερος από τον πολίτη)

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πολίτης < πόλις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πολίτης αρσενικό