πολιτεία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πολιτεία | πολιτείες |
| γενική | πολιτείας | πολιτειών |
| αιτιατική | πολιτεία | πολιτείες |
| κλητική | πολιτεία | πολιτείες |
[
]
Ετυμολογία
- πολιτεία < αρχαία ελληνική πολιτεία
[
]
Ουσιαστικό
πολιτεία θηλυκό
- η κρατική εξουσία και οι θεσμοί που αυτή εποπτεύει ως η ενιαία έκφραση μιας οργανωμένης κοινότητας ανθρώπων
- το καθένα από τα ομόσπονδα κράτη που συγκροτούν τις ΗΠΑ
- ο τρόπος που έζησε κάποιος τη ζωή του
- ο βίος και η πολιτεία του τάδε
- πόλη, τόπος