ιδιώτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἰδιώτης

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδιώτης ιδιώτες
γενική ιδιώτη ιδιωτών
αιτιατική ιδιώτη ιδιώτες
κλητική ιδιώτη ιδιώτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιώτης < αρχαία ελληνική ἰδιώτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

ιδιώτης αρσενικό

  1. άτομο χωρίς δημόσια ιδιότητα
  2. κάθε άτομο, όταν ενεργεί στο πλαίσιο της προσωπικής του ζωής
    ο υπουργός επισκέφθηκε το Μόναχο ως ιδιώτης


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ιδιώτης αρσενικό

  1. άτομο με σοβαρή διανοητική καθυστέρηση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]