κόμμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κόμμα | κόμματα |
| γενική | κόμματος | κομμάτων |
| αιτιατική | κόμμα | κόμματα |
| κλητική | κόμμα | κόμματα |
Ετυμολογία [
]
- κόμμα < αρχαία ελληνική κόμμα < κόπτω
- μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική λέξη parti
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
κόμμα ουδέτερο
- (γραμματική) σημείο στίξης (,) το οποίο χωρίζει προτάσεις, όρους προτάσεων, φράσεις κτλ.
- (πολιτική) συγκροτημένος πολιτικός οργανισμός που, προβάλλοντας την ιδεολογία και τις θέσεις του, διεκδικεί συμμετοχή στους πολιτικούς θεσμούς ενός κράτους
- πολιτικός σχηματισμός που δρα σε μια ένωση κρατών (π.χ. την Ευρωπαϊκή Ένωση) και αποτελείται από ιδεολογικά συγγενή εθνικά κόμματα
- (μαθηματικά) η υποδιαστολή
Εκφράσεις [
]
- κάνω κόμμα (με κάποιον): συνεργάζομαι (με κάποιον), συνήθως εναντίον κάποιου άλλου
- έκαναν κι οι δυό τους κόμμα εναντίον μου
Πολυλεκτικοί όροι [
]
[
]
Σύνθετα [
]
[
]
Μεταφράσεις [
]
σημείο στίξης
|
πολιτική οργάνωση
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- κόμμα < από το ρήμα κόπτω
Ουσιαστικό [
]
κόμμα ουδέτερο
- το κομμάτι που αποχωρίζεται από ένα σύνολο
- (γραμματική) μικρό μέρος περιόδου του προφορικού ή γραπτού λόγου, κώλο
- σφραγίδα ή αποτύπωμα νομίσματος
- νόμισμα
- το άχυρο που απομένει όταν αλωνιστεί το σιτάρι
- μωλώπισμα