οπαδός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οπαδός οπαδοί
γενική οπαδού οπαδών
αιτιατική οπαδό οπαδούς
κλητική οπαδέ οπαδοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οπαδός < αρχαία ελληνική (ὀπαδός) < από το ὀπάζω < από το ἔπομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οπαδός αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που ακολουθεί μια κίνηση ή μια ιδεολογία, θιασώτης
  2. αυτός που συνοδεύει και υπηρετεί, συνοδός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]