μανιτάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανιτάρι μανιτάρια
γενική μανιταριού μανιταριών
αιτιατική μανιτάρι μανιτάρια
κλητική μανιτάρι μανιτάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μανιτάρι < μεσαιωνική ελληνική (ἀ)μανιτάριν < μεταγενέστερη ελληνική ἀμανίτης
αυτοφυή μανιτάρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μανιτάρι ουδέτερο

  1. μύκητας που εμφανίζεται σε μορφή φυτού με χαρακτηριστικό σχήμα μέσα στα δάση.

32πχ Μεταφράσεις[]