μανιτάρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μανιτάρι | μανιτάρια |
| γενική | μανιταριού | μανιταριών |
| αιτιατική | μανιτάρι | μανιτάρια |
| κλητική | μανιτάρι | μανιτάρια |
Ετυμολογία [
]
- μανιτάρι < μεσαιωνική ελληνική (ἀ)μανιτάριν < μεταγενέστερη ελληνική ἀμανίτης
Ουσιαστικό [
]
μανιτάρι ουδέτερο
- μύκητας που εμφανίζεται σε μορφή φυτού με χαρακτηριστικό σχήμα μέσα στα δάση.