βόμβα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βόμβα | βόμβες |
| γενική | βόμβας | βομβών |
| αιτιατική | βόμβα | βόμβες |
| κλητική | βόμβα | βόμβες |
[
]
Ετυμολογία
- βόμβα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
βόμβα θηλυκό
- συσκευή γεμάτη εκρηκτικά, χρησιμοποιούμενη για την καταστροφή πραγμάτων
[
] Εκφράσεις
- ατομική βόμβα, πυρηνική βόμβα
- θερμοπυρηνική βόμβα