έκρηξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έκρηξη εκρήξεις
γενική έκρηξης
& εκρήξεως
εκρήξεων
αιτιατική έκρηξη εκρήξεις
κλητική έκρηξη εκρήξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έκρηξη < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛ.kɾi.ksi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έκρηξη θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]