ακρωτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακρωτήριο ακρωτήρια
γενική ακρωτηρίου ακρωτηρίων
αιτιατική ακρωτήριο ακρωτήρια
κλητική ακρωτήριο ακρωτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακρωτήριο < αρχαία ελληνική ἀκρωτήριον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kɾɔ.ˈti.ɾi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακρωτήριο ουδέτερο

  1. (γεωγραφία) τμήμα της ξηράς που εισέρχεται βαθιά στη θάλασσα (και ακρωτήρι)
  2. (αρχιτεκτονική) κεραμικό ή μαρμάρινο διακοσμητικό στοιχείο της στέγης, κυρίως του αετώματος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]