κάλυμμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κάλυμμα | καλύμματα |
| γενική | καλύμματος | καλυμμάτων |
| αιτιατική | κάλυμμα | καλύμματα |
| κλητική | κάλυμμα | καλύμματα |
[
]
Ετυμολογία
- κάλυμμα < αρχαία ελληνική καλύπτω
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κάλυμμα ουδέτερο
- καθετί που καλύπτει κάποιο έπιπλο ή άλλο αντικείμενο
- (οικονομία) το απόθεμα σε συνάλλαγμα ή σε χρυσό που διαθέτει μια εκδοτική τράπεζα και χρησιμοποιείται σαν εγγύηση για το νόμισμα που εκδίδει