housse
Από Βικιλεξικό
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| housse | housses |
housse (fr) θηλυκό
- είδος καλύμματος που δένεται στη σέλα ενός αλόγου και καλύπτει τα καπούλια
- Housse de drap, de velours.
- Housse brodée d’or et d’argent.
- Housse traînante, housse de cheval qui pend presque jusqu’à terre par les côtés.
- κάλυμμα του καθίσματος του αμαξηλάτη
- Housse en broderie.
- Housse à frange.
- Housse à écusson.
- κάλυμμα από ελαφρό πανί για να σκεπάζονται τα έπιπλα
- Housse de lit.
- Housse de fauteuil, de canapé.