housse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : houssé

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
housse housses

housse (fr) θηλυκό

  1. είδος καλύμματος που δένεται στη σέλα ενός αλόγου και καλύπτει τα καπούλια
    Housse de drap, de velours.
    Housse brodée d’or et d’argent.
    Housse traînante, housse de cheval qui pend presque jusqu’à terre par les côtés.
  2. κάλυμμα του καθίσματος του αμαξηλάτη
    Housse en broderie.
    Housse à frange.
    Housse à écusson.
  3. κάλυμμα από ελαφρό πανί για να σκεπάζονται τα έπιπλα
    Housse de lit.
    Housse de fauteuil, de canapé.