άλογο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άλογο | άλογα |
| Γενική | αλόγου | αλόγων |
| Αιτιατική | άλογο | άλογα |
| Κλητική | άλογο | άλογα |
Ετυμολογία
- άλογο < ελληνιστική κοινή ἄλογον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ἄλογος (αρχαία ελληνική άλογος)
Προφορά
Ουσιαστικό
άλογο ουδέτερο
άλογο που καλπάζει
- (ζωολογία) (equus caballus) τετράποδο χορτοφάγο θηλαστικό με δυνατές οπλές, πλούσια χαίτη και μακριά ουρά, που διαθέτει μεγάλη ταχύτητα στο τρέξιμο. Χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα ως μέσο μετακίνησης και αποτέλεσε την μοναδική κινητήρια δύναμη των αμαξών
- (συνεκδοχικά) το πιόνι στο σκάκι που έχει τη μορφή αλόγου και λέγεται ίππος
- (καθομιλουμένη) η ιπποδύναμη του αυτοκινήτου
Εκφράσεις
- τον έκανα άλογο : τον έκανα να εκνευριστεί πάρα πολύ
- πράσινα άλογα < πράσσειν άλογα: πράττω παράλογα, χωρίς λογική, εξωφρενικά
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Συνώνυμα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ζώο
Κλιτή μορφή επιθέτου
άλογο ουδέτερο