ίππος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Ετυμολογία

ίππος < αρχαία ελληνική ἵππος < Μυκηναϊκό i-qo (hikkᵂos)

Ουσιαστικό

ίππος, όργανο γυμναστικής

ίππος αρσενικό

  1. (λόγιο) άλογο
  2. όργανο γυμναστικής με λαβές, για την εκτέλεση περιστροφών και άλλων γυμνασμάτων
  3. όργανο γυμναστικής χωρίς λαβές, για την εκτέλεση άλματος
  4. μονάδα μέτρησης ισχύος (→ βλέπε λέξη: ιπποδύναμη)

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες