ίππος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ίππος < αρχαία ελληνική ἵππος < Μυκηναϊκό i-qo (hikkᵂos)
Ουσιαστικό
ίππος αρσενικό
- (λόγιο) άλογο
- όργανο γυμναστικής με λαβές, για την εκτέλεση περιστροφών και άλλων γυμνασμάτων
- όργανο γυμναστικής χωρίς λαβές, για την εκτέλεση άλματος
- μονάδα μέτρησης ισχύος (→ βλέπε λέξη: ιπποδύναμη)
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Μεταφράσεις
ζώο
|
όργανο γυμναστικής με λαβές

