γάιδαρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γάιδαρος γάιδαροι
γενική γαϊδάρου
ή γάιδαρου
γαϊδάρων
ή γάιδαρων
αιτιατική γάιδαρο γαϊδάρους
ή γάιδαρους
κλητική γάιδαρε γάιδαροι
Ένας γάιδαρος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γάιδαρος < αραβική gadar ή gaïdar.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /'ɣa͜i.ða.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

γάιδαρος και γάδαρος αρσενικό, γαϊδάρα και γαϊδούρα θηλυκό, γαϊδούρι ουδέτερο
  1. (ζωολογία) άγριο ή κατοικίδιο θηλαστικό, γκριζωπό, μικρότερο από το άλογο, με μεγάλο κεφάλι και μεγάλα αυτιά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: όνος, γομάρι
  2. άξεστος άνθρωπος, αγενής ή αγνώμων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γομάρι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []

32πχ Μεταφράσεις []