γάιδαρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- Από το αραβικό gadar ή gaïdar.
- Στην καθαρεύουσα: όνος.
Προφορά
- ΔΦΑ : /'ɣa.i.ða.ɾɔs/
Ουσιαστικό
- (ζωολογία) άγριο ή κατοικίδιο θηλαστικό, γκριζωπό, μικρότερο από το άλογο, με μεγάλο κεφάλι και μεγάλα αυτιά
- άξεστος άνθρωπος
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Συνώνυμα
θηλαστικό ζώο
άξεστος άνθρωπος
Μεταφράσεις
|
|