ουρά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ουρά | ουρές |
| γενική | ουράς | ουρών |
| αιτιατική | ουρά | ουρές |
| κλητική | ουρά | ουρές |
Ετυμολογία [
]
- ουρά < αρχαία ελληνική οὐρά
Ουσιαστικό [
]
ουρά θηλυκό
- προέκταση της σπονδυλικής στήλης αρκετών θηλαστικών
- λεπτή προέκταση προς τα πίσω αρκετών ζώων ιδίως ερπετών και ψαριών
- τα φτερά πτηνών που βρίσκονται στο πίσω μέρος και μοιάζουν με ουρά
- (μεταφορικά) το πίσω μέρος σειράς πραγμάτων ή προσώπων
- σειρά από πράγματα ή πρόσωπα που περιμένουν
Σύνθετα [
]
Δείτε επίσης [
]
Εκφράσεις [
]
- βγάζω την ουρά μου: δεν ανακατεύομαι
- χώνω παντού την ουρά μου: ανακατεύομαι παντού
- λεφτά (χρήμα, παράς κλπ.) με ουρά: πολλά χρήματα
- με την ουρά στα σκέλια: με ένοχη συνείδηση
- πιάνο με ουρά: είδος πιάνου με προέκταση, φορτεπιάνο
- πίσω έχει η αχλάδα την ουρά:
- σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου: δεν έχει μεγάλη σημασία
- τώρα που φάγαμε το γάιδαρο και έμεινε η ουρά: (μην εγκαταλείπεις) τώρα που τελειώνουμε
Μεταφράσεις [
]
προέκταση σε ζώα
σειρά σε αναμονή
-
Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: