μαλακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μαλακός μαλακή μαλακό
γενική μαλακού μαλακής μαλακού
αιτιατική μαλακό μαλακή μαλακό
κλητική μαλακέ μαλακή μαλακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαλακοί μαλακές μαλακά
γενική μαλακών μαλακών μαλακών
αιτιατική μαλακούς μαλακές μαλακά
κλητική μαλακοί μαλακές μαλακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλακός < αρχαία ελληνική μαλακός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mlakos

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μαλακός, -ή/-ιά, -ό αρσενικό

  1. που έχει επιφάνεια η οποία υποχωρεί εύκολα όταν την πιέζουμε ή την μαλάσσουμε
    μαλακά μαξιλάρια
  2. ο ευχάριστος στις αισθήσεις, κυρίως την αφή ή την ακοή
    αφού ήπια το σιρόπι ή φωνή μου έγινε πιο μαλακή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απαλός
  3. ήπιος ως προς την ένταση ή τις επιπτώσεις
    το κρύο σήμερα είναι κάπως πιο μαλακό
    δεν δέχονται όλοι τη διάκριση ανάμεσα σε μαλακά και σκληρά ναρκωτικά
  4. ήπιος ως προς τον χαρακτήρα, πράος
    είναι μαλακός άνθρωπος, δεν φωνάζει ποτέ, και μερικοί το εκμεταλλεύονται αυτό

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]