καθαρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική καθαρός καθαρή καθαρό
γενική καθαρού καθαρής καθαρού
αιτιατική καθαρό καθαρή καθαρό
κλητική καθαρέ καθαρή καθαρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καθαροί καθαρές καθαρά
γενική καθαρών καθαρών καθαρών
αιτιατική καθαρούς καθαρές καθαρά
κλητική καθαροί καθαρές καθαρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καθαρός < αρχαία ελληνική καθαρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.θa.ˈɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ka.θa.ˈɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ka.θa.ˈɾɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

καθαρός, -ή, -ό

  1. που δεν υπάρχει πάνω του ή μέσα του βρομιά, λεκές, σκόνη, δυσάρεστη οσμή ή κάτι άλλο ανεπιθύμητο
    καθαρά χέρια, καθαρά ρούχα, καθαρό πιάτο, καθαρό δωμάτιο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παστρικός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: βρόμικος
  2. που δεν είναι αναμειγμένος με άλλες ουσίες
    καθαρό οινόπνευμα, καθαρό χρυσάφι
  3. που είναι έτοιμος για να χρησιμοποιηθεί για πρώτη φορά
    πήρε ένα καθαρό τετράδιο και ξανάρχισε το διήγημά του από την αρχή
  4. ευδιάκριτος
    • καθαρό τετράδιο: το τετράδιο όπου ο μαθητής γράφει με καθαρά γράμματα τις εργασίες του για να τις ελέγξει ο δάσκαλος (σε αντίθεση με το πρόχειρο
  5. που δεν βαρύνεται ηθικά ή νομικά με ενοχή ή μετά από έλεγχο προκύπτει ότι δεν υπάρχουν εις βάρος του ενοχοποιητικά στοιχεία
    έχω καθαρή τη συνείδησή μου
  6. που μετά από αποτοξίνωση δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ για ικανό χρονικό διάστημα

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική καθαρός καθαρά καθαρόν καθαροί καθαραί καθαρά
Γενική καθαροῦ καθαρᾶς καθαροῦ καθαρῶν καθαρῶν καθαρῶν
Δοτική καθαρῷ καθαρᾷ καθαρῷ καθαροῖς καθαραῖς καθαροῖς
Αιτιατική καθαρόν καθαράν καθαρόν καθαρούς καθαράς καθαρά
Κλητική καθαρέ καθαρά καθαρόν καθαροί καθαραί καθαρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική καθαρώ καθαρά
Γενική-Δοτική καθαροῖν καθαραῖν


Open book 01.svg Επίθετο[]

καθαρός, -ά, -όν

  1. καθαρός