ενοχή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ενοχή | ενοχές |
| γενική | ενοχής | ενοχών |
| αιτιατική | ενοχή | ενοχές |
| κλητική | ενοχή | ενοχές |
Ετυμολογία [
]
- ενοχή < μεσαιωνική ελληνική ἐνοχή < αρχαία ελληνική ἐνέχομαι
Ουσιαστικό [
]
ενοχή θηλυκό
- η κατάσταση του ενεχόμενου σε κολάσιμη ή επιλήψιμη πράξη
- η σχέση του νομικά υπόχρεου προς έναν δεύτερο, όπου η υποχρέωση μπορεί να λάβει τη μορφή παροχής (αγαθού ή υπηρεσίας) ή αυτής της παράληψης
Μεταφράσεις [
]
ενοχή