ενοχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενοχή ενοχές
γενική ενοχής ενοχών
αιτιατική ενοχή ενοχές
κλητική ενοχή ενοχές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ενοχή < μεσαιωνική ελληνική ἐνοχή < αρχαία ελληνική ἐνέχομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενοχή θηλυκό

  1. η κατάσταση του ενεχόμενου σε κολάσιμη ή επιλήψιμη πράξη
    ο εισαγγελέας πρέπει να αποδείξει στο δικαστήριο την ενοχή του κατηγορουμένου
  2. (και στον πληθυντικό) η κατάσταση κατά την οποία κάποιος μέμφεται τον εαυτό του για πράξη ή παράλειψή του - το συναίσθημα που συνοδεύει αυτήν την κατάσταση
    δεν πρέπει να νιώθεις ενοχές, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτε για να βοηθήσεις
  3. η σχέση του νομικά υπόχρεου προς έναν δεύτερο, όπου η υποχρέωση μπορεί να λάβει τη μορφή παροχής (αγαθού ή υπηρεσίας) ή αυτής της παράλειψης


32πχ Μεταφράσεις[]