καθαρών
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
καθαρών
- καθαρός, στη γενική του πληθυντικού
- καθαρή, στη γενική του πληθυντικού
- καθαρό, στη γενική του πληθυντικού