σκοτώνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σκοτώνω < από το σκότος. Σκοτώνω σημαίνει λοιπόν ρίχνω κάποιον στο σκότος, σε μιά κατάσταση δηλαδή όπου δεν υπάρχει φως.
[
]
Ρήμα
σκοτώνω
- σταματώ, αφαιρώ τη ζωή κάποιου, θανατώνω
- (για εμπορεύματα) πουλάω κάτι σε τιμή χαμηλότερη της αξίας του
- (οικείο, για λέξεις σε χειρόγραφο κείμενο) γράφω κάτι κάνοντας σοβαρό ορθογραφικό λάθος
- Έγραψες το "παιδί" με έψιλον; Το σκότωσες!
[
] Εκφράσεις
- σκοτώνω την ώρα μου: κάνω κάτι απλώς για να περάσει η ώρα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
σκοτώνω