αποτρέπω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αποτρέπω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
αποτρέπω
- εμποδίζω μια δυσάρεστη εξέλιξη
- η έγκαιρη επέμβαση της Πυροσβεστικής απέτρεψε την εξάπλωση της πυρκαγιάς
- προσπαθώ να πείσω κάποιον να μην κάνει μια συγκεκριμένη ενέργεια