αποτρέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αποτρέπω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

αποτρέπω

  1. εμποδίζω μια δυσάρεστη εξέλιξη
    η έγκαιρη επέμβαση της Πυροσβεστικής απέτρεψε την εξάπλωση της πυρκαγιάς
  2. προσπαθώ να πείσω κάποιον να μην κάνει μια συγκεκριμένη ενέργεια
    ήθελε να πάει για ψάρεμα με τέτοιο καιρό, αλλά τον απέτρεψα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: προτρέπω

32πχ Μεταφράσεις[]