[
]
- γελώ < → Η ετυμολογία λείπει.
γελώ και γελάω , παρατ.: γελούσα, στιγμ. μέλλ.: θα γελάσω, αόρ.: γέλασα , παθ.φωνή: γελιέμαι , μτχ.π.π.: γελασμένος
- (αμετάβατο) αντιδρώ σε κάτι αστείο ή παράλογο με το γέλιο
- είπαμε ανέκδοτα και γελάσαμε με την ψυχή μας
- (αμετάβατο) (μεταφορικά) αντιδρώ θετικά σε κάτι ευχάριστο
- γελούσαν και τα μάτια του όταν τη συναντούσε
- ((μαζί) με κάποιον) περιγελώ
- Μ' αυτά τα ρούχα θα βγεις έξω; Θα γελάει όλος ο κόσμος μαζί σου
- (μεταβατικό) δίνω σε κάποιον μια ανακριβή πληροφορία
- -Πού είναι η οδός Αστυδάμαντος; -Θα σε γελάσω
- ξεγελώ, εξαπατώ
- πήγε ν' αγοράσει ένα στερεοφωνικό αλλά τον γελάσανε και του πούλησαν μια μαϊμού
[
]
Συγγενικές λέξεις
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
γελάσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
γελώντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
γελάω, γελώ |
γελάς |
γελάει, γελά |
γελάμε |
γελάτε |
γελάνε, γελούν |
| παρατατικός |
γελούσα |
γελούσες |
γελούσε |
γελούσαμε |
γελούσατε |
γελούσαν |
| αόριστος |
γέλασα |
γέλασες |
γέλασε |
γελάσαμε |
γελάσατε |
γέλασαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα γελάω, θα γελώ |
θα γελάς |
θα γελάει, θα γελά |
θα γελάμε |
θα γελάτε |
θα γελάνε, θα γελούν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα γελάσω |
θα γελάσεις |
θα γελάσει |
θα γελάσουμε |
θα γελάσετε |
θα γελάσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω γελάσει |
έχεις γελάσει |
έχει γελάσει |
έχο(υ)με γελάσει |
έχετε γελάσει |
έχουν γελάσει |
| παρακείμενος β' |
έχω γελασμένο |
έχεις γελασμένο |
έχει γελασμένο |
έχο(υ)με γελασμένο |
έχετε γελασμένο |
έχουν γελασμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα γελάσει |
είχες γελάσει |
είχε γελάσει |
είχαμε γελάσει |
είχατε γελάσει |
είχαν γελάσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα γελασμένο |
είχες γελασμένο |
είχε γελασμένο |
είχαμε γελασμένο |
είχατε γελασμένο |
είχαν γελασμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω γελάσει |
θα έχεις γελάσει |
θα έχει γελάσει |
θα έχο(υ)με γελάσει |
θα έχετε γελάσει |
θα έχουν γελάσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω γελασμένο |
θα έχεις γελασμένο |
θα έχει γελασμένο |
θα έχο(υ)με γελασμένο |
θα έχετε γελασμένο |
θα έχουν γελασμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να γελάω, να γελώ |
να γελάς |
να γελάει, να γελά |
να γελάμε |
να γελάτε |
να γελάνε, να γελούν |
| αόριστος |
να γελάσω |
να γελάσεις |
να γελάσει |
να γελάσο(υ)με |
να γελάσετε |
να γελάσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω γελάσει |
να έχεις γελάσει |
να έχει γελάσει |
να έχο(υ)με γελάσει |
να έχετε γελάσει |
να έχουν γελάσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω γελασμένο |
να έχεις γελασμένο |
να έχει γελασμένο |
να έχο(υ)με γελασμένο |
να έχετε γελασμένο |
να έχουν γελασμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
γέλα |
|
|
γελάτε |
|
| αόριστος |
|
γέλασε |
|
|
γελάστε |
|
|