διακοπτόμενη συνουσία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: διακόπτω και συνουσία

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

διακοπτόμενη συνουσία θηλυκό

  • αντισυλληπτική πρακτική που συνίσταται στην έξοδο του πέους από τον κόλπο πριν την εκσπερμάτωση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]